Η αναμονή για κυβέρνηση στην Ιταλία πιθανά σενάρια και επιπτώσεις

images (8)Της Άννας Ωρολογά, Οικονομολόγου

Μπορεί ο απερχόμενος Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο να υπεραμύνθηκε της χώρας του στην επίσημη συνάντηση με την Καγκελάριο της Γερμανίας, αλλά η αλήθεια είναι ότι τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών δημιούργησαν έντονη αμηχανία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις προβλέψεις για άνετη επικράτηση του Δημοκρατικού Κόμματος του Πιερ Λουίτζι Μπερσάνι, τα τελικά ποσοστά τον κατέστησαν όμηρο μιας κατάστασης όπου, όπως επισημαίνουν ευρωπαίοι αναλυτές, βρίσκεται μεταξύ τριών σεναρίων, από τα οποία το ένα πολύ δύσκολο και τα δύο σχεδόν ακατόρθωτα.

Το πάζλ του σχηματισμού κυβέρνησης φέρνει επιφανειακά τους πρωταγωνιστές σε θέση μετριοπαθούς συζήτησης και «εκλογίκευσης» των πιθανοτήτων, αλλά πολύ λίγοι πιστεύουν ότι αυτό ανταποκρίνεται και στην ουσία. Χωρίς την απαραίτητη πλειοψηφία στη Γερουσία, που θα του επέτρεπε να κυβερνήσει, ο Μπερσάνι θα πρέπει να συμφωνήσει είτε με το κεντροδεξιό κόμμα του Μπερλουσκόνι ή με το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Γκρίλλο. Ένας μεγάλος συνασπισμός που θα περιελάμβανε το κεντροδεξιό και και το κεντροαριστερό κόμμα μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό Μάριο Μόντι θα κάλυπτε την αριθμητική διαφορά. Βέβαια θα ήταν μια επανάληψη της κυβέρνησης συνεργασίας που είχε η Ιταλία από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι προχθές. Οι δηλώσεις όμως τόσο του Μπερσάνι όσο και του Μπερλουσκόνι, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια συνεννόησης, την στιγμή που ο Μπερσάνι είχε καταστήσει σαφές στις προεκλογικές δεσμεύσεις του ότι ουσιαστικά θα συνεχίσει κατά μεγάλο μέρος το πρόγραμμα του Μόντι. Οι μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στην ατζέντα του Μπερσάνι – κυρίως για το νομικό πλαίσιο καταπολέμησης της διαφθοράς, δεν βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο τον Μπερλουσκόνι, ιδιαίτερα αν προστεθεί και η παράμετρος της συνέχισης του προγράμματος αυστηρών μέτρων. Ένα δεύτερο σενάριο θα ήταν ένας κυβερνητικός συνασπισμός μειοψηφίας, αφού όμως ο Μπερσάνι πέισει και τον Γκρίλλο και τον Μπερλοσκόνι να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ελίσσεται σε μόνιμη βάση μια κυβέρνηση σε τόσο πιεστικές συνθήκες προκειμένου να περάσει νόμους και μέτρα πολιτικής. Μια Τρίτη εκδοχή θα ήταν ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής, αν όχι τον Μπερσάνι, σχεδόν τεχνοκρατικού προφίλ, μια επανάληψη – αναγκαστικά – της εκδοχής Μόντι. Σε σχετική ανάλυση σχολιαστής του BBC αναφέρει για παράδειγμα το όνομα του Τζουλιάνο Αμάτι. Πάντως μια τέτοια περίπτωση θα είχε και συγκριμένη χρονική διάρκεια, με άλλα λόγια ημερομηνία λήξης.
Με το δεδομένο της λήξης της θητείας του προέδρου της Δημοκρατίας, ο μελλοντικός πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του θα έχουν να λύσουν και το θέμα της διαδοχής, μαζί με τα θέματα της μεταρρύθμισης στο εκλογικό σύστημα και στη κοινοβουλευτική λειτουργία. Ένα εξαιρετικά δύσκολο στη διαχείρισή του πακέτο, σε ένα περιβάλλον οξυμένης αγωνίας και περιορισμένων προσδοκιών.
Θα πρέπει να σημειωθεί παρόλα αυτά, ότι παρά την πρώτη αρνητική αντίδραση των αγορών, δύο μέρες μετά τις εκλογές η Ιταλία κατάφερε να αντλήσει 6,5 δις ευρώ πουλώντας δεκαετή και πενταετή ομόλογα, αλλά με το υψηλότερο επιτόκιο από τον Οκτώβριο του περασμένου χρόνου. Το ιταλικό δημόσιο διέθεσε δεκαετή ομόλογα αξίας 4 δις ευρώ με επιτόκιο 4.83% και πενταετή ύψους 2,5 δις με επιτόκιο 3.59%, ενώ τον Ιανουάριο το επιτόκιο ήταν 2.49%. Η επιτυχημένη δημοπρασία, παρά το ακριβό αντίτιμο επέφερε σχετική ηρεμία στις αγορές, με αποτέλεσμα τα ιταλικά δεκαετή ομόλογα να υποχωρήσουν στη δευτερογενή αγορά στο 4.83%, μια μείωση κατά 9 μονάδες βάσης. Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια κατευνασμού της αγωνίας έπαιξαν και οι δηλώσεις Μπαρόζο και Ντράγκι. Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε άμεσα πως ελπίζει σε σχηματισμό ιταλικής κυβέρνησης σύντομα, ενώ ο Πρόεδρος της ΕΚΤ εξέφρασε την πρόθεσή του να μην αποσύρει σύντομα τα έκτακτα μέτρα της Τράπεζας για την στήριξη των οικονομιών της ευρωζώνης. Ειδικά η θέση του Ντράγκι επηρέασε το κλίμα θετικά εφόσον η γενικότερη αίσθηση απουσίας κυβέρνησης, βραχυπρόθεσμα, καθιστά την περίπτωση της Ιταλίας λίγο περισσότερο περίπλοκη στη συμμετοχή της στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, τουλάχιστον όπως πιστεύουν ο Γερμανοί. Οι δηλώσεις του Σόιμπλε πάντως δεν είχαν την αρνητική επίπτωση που αναμενόταν, σε αντίθεση με την λεκτική τους διατύπωση, ότι η κρίση, λόγω Ιταλίας, θα γίνει «περισσότερο μεταδοτική». Δικαίως ο Πρόεδρος Ναπολιτάνο παρενέβη με την σχετική δήλωση, σε γερμανικό μάλιστα έδαφος, λέγοντας πως η Ιταλία θα έχει σύντομα κυβέρνηση και ότι η κρίση δεν είναι μεταδοτική(!). Γενικά η αίσθηση διεθνώς είναι ότι θα σχηματιστεί κυβέρνηση και δεν θα γίνουν εκ νέου εκλογές.
Οι αισιόδοξες προβλέψεις κάνουν νύξη για κυβέρνηση το νωρίτερο προς το τέλος Μαρτίου, με τις θέσεις των αρχηγών των κομμάτων να διαφοροποιούνται ανάλογα με δηλώσεις που γίνονται εκατέρωθεν. Ο σύμμαχος του Μπερσάνι Νίκι Βέντολα, επικεφαλής του Κόμματος της Αριστεράς και της Ελευθερίας πιστεύει σε μια συνεργασία με τον Μπέππε Γκρίλλο, ο οποίος όμως προς το παρόν δεν αποδέχεται την συνεργασία με κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Η ουσία είναι ότι στην Ιταλία, χώρα παραδοσιακά φιλοευρωπαϊκή, με ειδικό βάρος σε όλη την ιστορία της Ένωσης και με το κύρος μιας από τις παλαιότερες και μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης, εκδηλώθηκε μια έντονη αντίδραση απέναντι στην «συνταγή» διόρθωσης της οικονομικής κρίσης. Κι αν η Ελλάδα αποτελεί ακόμα το παράδειγμα μιας χώρας που μορφές επίπλαστης ευφορίας εμπόδιζαν να φανεί το μεγάλο κενό στον εκσυγχρονισμό θεσμών και λειτουργιών, η Ιταλία αναδεικνύεται σε παράδειγμα χώρας όπου ακόμα και αν τηρούνται οι βασικές – τουλάχιστον – προϋποθέσεις πραγματικής ανάπτυξης, οι επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας, πάντως, δεν δείχνουν την έξοδο από την κρίση. Είναι χαρακτηριστική η ρήση του Μάριο Μόντι ότι, όταν χώρες που προσπαθούν να μεταθέσουν τους στόχους τους τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης από την Ένωση, πλήττεται η αξιοπιστία των χωρών που μένουν σταθερές σε αυτούς. Ο πρώην πρωθυπουργός εξέφρασε, σε συνάντησή του με τον Μπαρόζο, προετοιμάζοντας την Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, ένα εύλογο παράπονο. Αλλά και ο ίδιος γνωρίζει καλά πως ο υπερβολικός βαθμός λιτότητας δεν συνεπάγεται ανάκαμψη. Με τις ελληνικές «κραυγές» σιωπής στην ύφεση που διογκώνεται εξαιτίας μιας υπέρμετρης φορολογίας και παντελή έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, η ιταλική περίπτωση έρχεται να επιβεβαιώσει την αδυναμία των προγραμμάτων γερμανικής συνταγής. Και μπορεί τα μεγάλα διεθνή ευρωπαϊκά χρηματιστήρια να σημείωσαν οριακή άνοδο, αποτυπώνοντας την εμπιστοσύνη τους στο κύρος της ιταλικής οικονομίας, η πραγματικότητα όμως κρύβεται σε όσα είπε ο Ντράγκι μιλώντας στη Βαυαρία: ότι έχουμε μια χαλαρή νομισματική ένωση, ότι οι χρηματοοικονομικές αγορές στην ευρωζώνη δεν λειτουργούν καλά, ότι οι επιχειρήσεις έχουν πολύ δύσκολη πρόσβαση σε τραπεζικά δάνεια, και ότι επομένως είναι πολύ δύσκολο να αποτυπωθούν οι θετικές επιπτώσεις των, ιστορικά χαμηλότερων, επιτοκίων της ΕΚΤ σε όλη την έκταση της ευρωζώνης. Με άλλα λόγια το τεχνικό κομμάτι από πλευράς ρύθμισης της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν φτάνει για να αποσοβήσει τον κάθε επιμέρους εθνικό κίνδυνο, ο οποίος με την σειρά του συναρτάται με όλους τους υπόλοιπους.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΞΙΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: