Διλήµµατα για το ζήτηµα των αξιών στην περιβαλλοντική εκπαίδευση

photo-2

http://oikotrives.wordpress.com

Η ιστορία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης συνδέεται στενά µε το οικολογικό κίνηµα και τις διεκδικήσεις του, καθώς και µε το βαθµό ενσωµάτωσης των αιτηµάτων του οικολογικού κινήµατος. Οι πρώτες δύο δεκαετίες για την περιβαλλοντική εκπαίδευση (’70, ’80) σηµαδεύονται από την αγωνία για την έκβαση και τις επιπτώσεις για µια σειρά από περιβαλλοντικά προβλήµατα. Η διαπίστωση ότι η περιβαλλοντική υποβάθµιση διακυβεύει το µέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών και η παγκόσµια κλίµακα πολλών περιβαλλοντικών προβληµάτων επέβαλαν τη συγκρότηση του πεδίου της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης µέσα από τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να αλλάξουν επειγόντως στάσεις και συµπεριφορές.

Η αρχική στοχοθεσία στο πεδίο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης συνέκλινε σε µια βασική επιδίωξη που πρέπει να συζητηθεί ως προς την επιλεξιµότητά του στην εκπαίδευση, γενικότερα. Η περιβαλλοντική εκπαίδευση αποσκοπούσε στην παροχή γνώσης και δεξιοτήτων για την ευαισθητοποίηση των µαθητών και των πολιτών για τα περιβαλλοντικά προβλήµατα, µε τελικό στόχο την αλλαγή στάσεων και συµπεριφορών προς συγκεκριµένη κατεύθυνση. Ο στόχος αυτός αποτυπώθηκε στα πρακτικά των πρώτων παγκόσµιων συνεδρίων για την περιβαλλοντική εκπαίδευση µε τον προσανατολισµό προς τη διαµόρφωση ενός «κώδικα συµπεριφοράς» στα περιβαλλοντικά θέµατα.

Εδώ γίνονταν δύο κρίσιµες παραδοχές. Πρώτα, ότι η συνειδητή επιδίωξη αλλαγής στάσεων και συµπεριφορών είναι δόκιµη παιδαγωγικά όταν επιχειρείται προς συγκεκριµένη κατεύθυνση. Μετά, ότι στάσεις και συµπεριφορές µπορούν να αλλάξουν µέσα από ένα γραµµικό πρότυπο, όπου οι γνώσεις, οι γενικότερες πεποιθήσεις και οι κοινωνικές νόρµες επηρεάζουν σηµαντικά την πρόθεση συµπεριφοράς και η τελευταία επηρεάζει σηµαντικά την καταγραφόµενη συµπεριφορά.

Ένα πρόβληµα µε τη συγκεκριµένη στοχοθεσία είναι ότι πολλές φορές φαίνεται να παράγει αποτελέσµατα αντιφατικά. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγµα, ότι παιδιά ψαράδων στη λίµνη Κερκίνη έχουν διαµορφώσει στη σχολική τους ηλικία αρνητικές στάσεις για το ψάρεµα που είτε εκφράζονται µονοµερώς είτε συνυπάρχουν µε θετικές στάσεις. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι για αρκετούς µαθητές και µαθήτριες η στήριξη των αρνητικών στάσεων απέναντι στο ψάρεµα έγινε µε την επίκληση βιοκεντρικών θέσεων, όπως για παράδειγµα ότι τα ψάρια έχουν δικαίωµα στη ζωή. Είναι προφανές ότι ιδιαίτερη συνεισφορά στη διαµόρφωση τέτοιων στάσεων έχουν προγράµµατα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που αναφέρονται και σε παιδιά αγροτικών οικογενειών και υλοποιούνται στα χωριά γύρω από τη λίµνη Κερκίνη αλλά και σε άλλες προστατευόµενες περιοχές.

Θα ρωτούσε κανείς, ποια είναι η αντίφαση, γιατί δεν θα µπορούσε ένα παιδί να υιοθετήσει βιοκεντρικές στάσεις και να είναι αρνητικά διατεθειµένο απέναντι στο ψάρεµα, ακόµη κι αν προέρχεται από οικογένεια ψαράδων. Πόσο πιθανή είναι όµως η αυθόρµητη ανάπτυξη βιοκεντρικών στάσεων; Πόσο θεµιτή είναι µια εκπαιδευτική παρέµβαση που λειτουργεί περίπου ως κατήχηση και χαρακτηρίζεται από ένα ανελαστικό πλαίσιο αξιακών προταγµάτων; Πόσο πιθανό είναι να µείνει και να δουλέψει στην Κερκίνη ένα παιδί που διαµορφώνει στη σχολική του ηλικία αρνητικές στάσεις για το ψάρεµα; Τι θα σήµαινε αυτό για το παραγωγικό πρότυπο στην προστατευόµενη περιοχή; Όλα αυτά τα ερωτήµατα καταδεικνύουν την αναγκαιότητα να υπάρχει ένας σχεδιασµός στα προγράµµατα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που να συνεκτιµά τη διαλεκτική σχέση της κοινωνίας µε τη φύση.

«Περιβαλλοντικά» ή κοινωνικο-επιστηµονικά προβλήµατα;

Ένα σηµαντικό παιδαγωγικό ζήτηµα που πρέπει να συζητηθεί αφορά συνολικά το πεδίο των αξιών. Η µια εκδοχή, που είναι πλειοψηφική στο πεδίο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, θεωρεί τις αξίες που οφείλουν να «καλλιεργηθούν» στους µαθητές δεδοµένες. Μια εναλλακτική εκδοχή εξετάζει τα περιβαλλοντικά προβλήµατα ως κοινωνικο-επιστηµονικά προβλήµατα, όπου στο κοινωνικό σκέλος στόχος οφείλει να είναι η ανάδειξη της κοινωνικής ετερογένειας και όχι η καθοδήγηση των µαθητών προς την αποδοχή συγκεκριµένων αξιών ή προτεραιοτήτων. Δηλαδή, ο προσδιορισµός των εµπλεκόµενων κοινωνικών οµάδων, η παρακολούθηση των σχέσεων µεταξύ των κοινωνικών αυτών οµάδων σε διαδικασίες διαβούλευσης, η εξέταση διοµαδικών σχέσεων, υφιστάµενων ή πιθανών διενέξεων και συγκλίσεων, όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι για το ίδιο περιβαλλοντικό ζήτηµα υπάρχει µια πλειάδα προσεγγίσεων και διατάξεων των κοινωνικών οµάδων που εµπλέκονται στο κοινωνικό πεδίο. Στη δεύτερη αυτή εκδοχή µπορούν να διατυπωθούν στόχοι για την περιβαλλοντική εκπαίδευση (π.χ. αποτύπωση κοινωνικής ετερογένειας για ένα κοινωνικο-επιστηµονικό ζήτηµα) χωρίς να προϋποτίθεται κάποια συγκεκριµένη ιεράρχηση αξιών που οφείλουν οι µαθητές να υιοθετήσουν.

Η σηµαντικότερη, ίσως, στρατηγική στροφή για το πεδίο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 υπήρξε η επικέντρωση στην αειφορία και τη βιωσιµότητα, η εστίαση σε µορφές ανάπτυξης που θα ήταν αυτοτροφοδοτούµενες, αειφόρες, βιώσιµες. Εδώ εµπεδώθηκε ο στόχος για την άσκηση στη λήψη αποφάσεων και την ενίσχυση της συµµετοχής των πολιτών στον περιβαλλοντικό σχεδιασµό. Η ευρύτερη επιδίωξη ήταν η περιβαλλοντική εκπαίδευση να µη µένει µόνο στην πλευρά της κατανάλωσης αλλά να αναφέρεται και στην πλευρά της παραγωγής και σε µερικές πιο ριζοσπαστικές εκδοχές να φτάνει µέχρι το σηµείο να επερωτήσει το κυρίαρχο πρότυπο παραγωγής. Η αντιµετώπιση των περιβαλλοντικών προβληµάτων ως κοινωνικο-επιστηµονικών ζητηµάτων που αναφέρθηκε πιο πάνω θα µπορούσε ενδεχοµένως να συµβάλει προς αυτή την κατεύθυνση και να προετοιµάσει τους πολίτες για τη συµµετοχή τους στη λήψη αποφάσεων µέσα από ένα είδος περιβαλλοντικού εγγραµµατισµού.

Ωστόσο, πολλές φορές οι πολίτες καλούνται να συµµετέχουν σε διαδικασίες διαβούλευσης όπου οι αποφάσεις είναι ειληµµένες. Δηλαδή, το αντικείµενο της διαβούλευσης δεν είναι ο καθορισµός των στόχων και των µέσων αλλά µια διαδικασία ενηµέρωσης των πολιτών ή µια απόπειρα συµµόρφωσης των πολιτών σε προκαθορισµένες αποφάσεις. Στο σηµείο αυτό µπαίνει το κρίσιµο ζήτηµα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, που αξιώνει να δοθεί η δυνατότητα στις τοπικές κοινωνίες να έχουν λόγο και για τους στόχους και για τα µέσα που επιλέγονται και να µην καλούνται απλά να δώσουν τη συναίνεσή τους σε έτοιµα σχέδια. Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη αξιώνει να υπηρετεί κάθε τεχνοκρατική επιλογή την πολιτική, ανοιχτή, δηµοκρατική διαδικασία και όχι το αντίθετο. Ειδικά µέσα στην κρίση, η περιβαλλοντική δικαιοσύνη καθίσταται κοµβικό αίτηµα για την περιβαλλοντική εκπαίδευση είτε πρόκειται για τις τοπικές κοινωνίες και τους φορείς διαχείρισης σε προστατευόµενες περιοχές, είτε πρόκειται για τη διαχείριση των απορριµµάτων και τους ελεύθερους χώρους σε πολεοδοµικά συγκροτήµατα.

ΤΑΣΟΣ ΧΟΒΑΡΔΑΣ
Επισκέπτης Λέκτορας στο Πανεπιστήµιο Θεσσαλίας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: