Ιταλικές εκλογές… «Τι μέλλει γενέσθαι»

italian_flaghttp://www.avgi.gr

του Στάθη Λουκά

Τις 24-25 (μέχρι τη 15η ώρα) θα διεξαχθούν γενικές εκλογές στην Ιταλία για την εκλογή αντιπροσώπων στα δύο νομοθετικά σώματα, τη Βουλή και τη Γερουσία. Πρόκειται για εκλογές που θα επηρεάσουν όχι μόνο την τροπή των πολιτικών πραγμάτων στην Ιταλία -δηλαδή αν η χώρα θα βγεί από τη συνολική οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική κ.λπ. κρίση-, αλλά και τη ροπή των πραγμάτων στην Ε.Ε. Και όταν μιλάμε για την εξέλιξη της κατάστασης στην Ε.Ε., αυτή σχετίζεται με το πώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις μεταξύ των δύο ρωγμών/αντιθέσεων που διατρέχουν την Ε.Ε., δηλαδή της ρωγμής/αντίθεσης μεταξύ των ευρωπαϊσμών και των οπισθοδρομικών λαϊκισμών και της ρωγμής-αντίθεσης μεταξύ ευρωπαϊσμού «μερκαντιλιστικού» (και, ας μου επιτραπεί, «μερκελιστικού», το γράφει και η Unità) και ευρωπαϊσμού αριστερού-προοδευτικού.

Ο «μερκαντιλισμός» (αγοραϊσμός) μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’80 και του μέσου της δεκαετίας του ’90 επεκράτησε στην Ευρώπη με την επιβολή των θεσμικών δομών και των μακροοικονομικών επιλογών που συνόδευαν τη γέννηση του «ενιαίου νομίσματος».

Πέρα από τα άλλα, ο μερκαντιλισμός χαρακτηρίζεται:

Πρώτον, από την υποβάθμιση της εργασίας -μια και δεν υπάρχει η δυνατότητα της υποτίμησης του νομίσματος, για ανάκτηση ανταγωνιστικότητας-, τον παραγκωνισμό των συνδικάτων, την αφαίρεση της οικουμενικότητας από το κοινωνικό κράτος και τον περιορισμό στη στοιχειώδη περίθαλψη των φτωχών.

Δεύτερον, από επιβάρυνση της ύφεσης, της ανεργίας, της ανισότητας και γενική επαύξηση του δημοσίου χρέους κ.λπ.

Η κυβέρνηση Μόντι, πέρα από την καλυτέρευση της διεθνής εκπροσώπευσης της Ιταλίας και μια θετική ώθηση στην αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής κρίσης, το καλοκαίρι του 2012, κινήθηκε στα όρια της παραπάνω αντίληψης και δεν μπόρεσε καθόλου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ανάπτυξης.

Το ερωτηματικό που μπαίνει είναι αν από τις εκλογές είναι δυνατόν να προκύψει ένα εκλογικό αποτέλεσμα και μια κυβέρνηση που θα κινείται στην κατεύθυνση του αριστερού-προοδευτικού μεταρρυθμισμού. Δύσκολα να κάνει κάποιος πρόβλεψη, με βεβαιότητα, και μάλιστα σε μια κατάσταση όπου η κρίση που προαναφέραμε συνοδεύεται από μια καινούργια έκρηξη «di mani pulite = καθαρά χέρια», που αγγίζει όχι μόνο τα δύο μεγάλα κόμματα: το σκάνδαλο της αρχαιότερης τράπεζας του δυτικού κόσμου (το Monte dei Paschi di Siena) για το Δημοκρατικό Κόμμα και τα διάχυτα σκάνδαλα στην περιφέρεια της Λομβαρδίας (ο κυβερνήτης κατηγορούμενος για σύσταση εγκληματικής συμμορίας κ.λπ.) και σε άλλους οργανισμούς για τη Δεξιά.

Η διαφορά σε σχέση με το 1992, οπότε ξέσπασε μια «ηθική κρίση = questione morale», που ήταν συνέπεια της κατάληψης του κράτους από τη μεριά των κυβερνητικών κομμάτων, έγκειται σε λόγους διαφορετικούς: η σημερινή κρίση οφείλεται στην εικοσαετή έλλειψη μιας «διακυβέρνησης κόμματος» και την ανάπτυξη «απροσδιόριστων» και ανεξελεγκτων κέντρων εξουσίας, που λειτουργούν και ενεργούν με ιδιωτικά κριτήρια εξουσίας και διαπλοκής με τα μεγάλα κέντρα του παραγωγικού συστήματος (όρα σκάνδαλα ΕΝΙ, SAIPEM, Finmeccanica, κ.λπ.).

Η σημερινή «ηθική κρίση», σε συνδυασμό με την κρίση αντιπροσώπευσης και αντιπροσωπευτικότητας και τη συνολική κρίση, «φουσκώνει» τα δημοσκοπικά ποσοστά ενός κινήματος που στην ηγετική του έκφραση -του κωμικού Grillo- είναι αντιευρωπαϊκό και μη αντιφασιστικό. Παράγοντας που μπορεί -αν όχι να διεκδικήσει την πρωτιά- να δημιουργήσει νέες και ασταθείς πολιτικές ισορροπίες, έχοντας και υπ’ όψη ότι σημαντικό μέρος των τοπικών στελεχών -που δρουν σε δήμους και περιφέρειες- είναι προοδευτικής πολιτικής αντίληψης.

Απ’ ό,τι προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις που είχαν δημοσιευθεί μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου, ο Συνασπισμός της Κεντροαριστεράς προηγείται κατά 5-7%, σε σχέση με τη Δεξιά. Απ’ ό,τι προκύπτει από τις συζητήσεις, την αρθρογραφία -κοιτάζοντας κάτω από τις γραμμές-, δεν φαίνεται ρεαλιστικό να αμφισβητηθεί η νίκη της Κεντροαριστεράς στη Βουλή, μιά και θα πάρει την απόλυτη πλειοψηφία σε βουλευτές το κόμμα ή ο συνασπισμός που έρχεται πρώτος σε πανιταλικό επίπεδο, και στο κόμμα που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή δίνεται η εντολή σχηματισμού της κυβέρνησης.

Ως συνέπεια του εκλογικού νόμου όμως, η κυβέρνηση που θα έχει άνετη πλειοψηφία στη Βουλή διατρέχει τον κίνδυνο να μην έχει πλειοψηφία στη Γερουσία. Για να έχει πλειοψηφία και στη Γερουσία, ο συνασπισμός της Κεντροαριστεράς πρέπει να έρθει πρώτος σε δύο από τις αμφιλεγόμενες μεγαλύτερες περιφέρειες, δηλαδή στη Λομβαρδία (πληθυσμό όσο της Ελλάδος και γύρω στα 300 δισ. ευρώ ΑΕΠ), στη Σικελία, στην Καμπάνια (Νάπολι) και το Βένετο.

Και μιας και το Βένετο θεωρείται λιβάδι της Δεξιάς, πρέπει να πλειοψηφήσει στη Λομβαρδία και στη Σικελία ή την Καμπάνια. Η αναγκαιότητα της νίκης (Γερουσία και Περιφέρεια) στη Λομβαρδία πηγάζει από το γεγονός ότι πρέπει να εμποδισθεί ο έλεγχος -από τη μεριά της Λίγκας του Βορρά- των τριών μεγάλων περιφεριών (Λομβαρδίας, Πιεμόντε και Βένετο) του Βορρά, που εκφράζουν το 40% σχεδόν του ΑΕΠ της Ιταλίας.

Στην περίπτωση την καλή, της αυτονομίας της Κεντροαριστεράς και στη Γερουσία, μπορούμε να πούμε ότι η απάντηση στο αρχικό ερώτημα μπορεί να κινείται προς τη θετική κατεύθυνση. Η δε σύγκλιση με τον Μόντι να γίνει κάτω από τον συσχετισμό δύναμης που θα έχει προκύψει και να μην αγγίξει τα προβλήματα της κοινωνικής πολιτικής και της ποιότητας της ανάπτυξης. Αυτή η σύγκλιση να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του δεύτερου μέρους του Συντάγματος: αλλαγή εκλογικού νόμου και περιορισμός αριθμού βουλευτών και γερουσιαστών, σχέση κεντρικής κυβέρνησης και ΟΤΑ κ.λπ.

Αν όμως ο συνασπισμός της Κεντροαριστεράς δεν έχει πλειοψηφία ή έχει ελάχιστη στη Γερουσία (1-2 γερουσιαστές), τότε ο συμβιβασμός με το Κέντρο (Μόντι) θα αγγίξει και την κοινωνική διάσταση της κυβέρνησης που θα προκύψει. Είναι αυτή η εκδοχή που σπρώχνει στελέχη και ψηφοφόρους του συνασπισμού Rivoluzione Civile (Κομμουνιστική Επανίδρυση, Κόμμα του Ντι Πιέτρο κ.λπ.), με επικεφαλής τον γνωστό αντεισαγγελέα του Παλέρμου Ινγκρόια, να ψηφίσουν για τη Γερουσία Κεντροαριστερά -ειδικά στις τέσσερις περιφέρειες-, μια και τα ποσοστά τους δεν ξεπερνούν το 5%, ενώ σε κάθε περιφέρεια χρειάζεται το 8% για να εκλεγούν γερουσιαστές.

Μια τέτοια επιλογή, ενώ από τη μιά μεριά θα έλυνε το πρόβλημα της αυτονομίας, από την άλλη θα ενίσχυε τον ρόλο του Νίκι Βέντολα στο πλαίσιο του κυβερνητικού συνασπισμού και τον ρόλο της CGIL, στο πλαίσιο όχι μόνο του εργατικού κινήματος, αλλά και των νέων κινημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μόντι επιτίθεται συστηματικά -πέρα από την προεκλογική «αναγκαιότητα»- ενάντια στον Βέντολα, τη CGIL και τη γενική γραμματέα της, τη Σουζάνα Καμούσο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: