Καταδικάζει η κυβέρνηση τη Βία από όπου κι αν προέρχεται;

Παναγιώτης ΚονδύληςΤου Παναγιώτη Κονδύλη

Το ζήτημα της στάσης μας απέναντι στη Βία, της καταδίκης της ή όχι, έχει αποτελέσει ένα θέμα ταμπού για ένα κομμάτι της Αριστεράς. Μέρος της Αριστεράς απέφευγε στο παρελθόν να υπάρξει σαφώς καταδικαστικό, φοβούμενο ότι καταδικάζοντας τη Βία από όπου κι αν προέρχεται και σε όλες τις τις μορφές θα καταδίκαζε αυτομάτως και το δικαίωμα των λαϊκών στρωμάτων να αμύνονται στην απρόκλητη πολλές φορές αστυνομική Βία στις κινητοποιήσεις ή θα απονομιμοποιούσε τη λεγόμενη «επαναστατική Βία». Αυτή τη στάση εκμεταλλεύτηκαν επανειλημμένα πολιτικοί αντίπαλοι και ορισμένοι «έγκριτοι» δημοσιογράφοι, οι οποίοι χωρίς κανέναν ενδοιασμό και δεύτερη σκέψη πρόθυμα σε διακηρυκτικό επίπεδο καταδίκαζαν και καταδικάζουν τη Βία και παρουσίαζαν και παρουσιάζουν το ΣΥΡΙΖΑ ως δύναμη ρέπουσα προς τις βίαιες πρακτικές και τον «κουκουλοφορισμό», προσφάτως μάλιστα και την τρομοκρατία. Έτσι, η Αριστερά σε ένα πεδίο της πολιτικής που θα έπρεπε να έχει το πλεονέκτημα εμφανιζόταν ως αμήχανη στη συνείδηση της κοινωνίας, να προσπαθεί να ψαρέψει σε θολά νερά. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, περί Βίας…

Αυτό που πολλές φορές δημιουργεί σύγχυση σε μια επικοινωνία μεταξύ προσώπων και αλλοιώνει το μήνυμα του πομπού προς το δέκτη είναι η χρήση εννοιών των οποίων το περιεχόμενο δεν είναι σαφώς ορισμένο. Ξεκινώντας, λοιπόν, μια συζήτηση περί Βίας θα πρέπει να ορίσουμε με σαφήνεια την έννοια της Βίας και να τη διαχωρίσουμε ευκρινώς από την έννοια της Δύναμης. Η Hannah Arendt στο βιβλίο της «Περί Βίας» αναφέρει ότι «η ακραία μορφή Βίας είναι το ένας εναντίον όλων», ενώ «η ακραία μορφή Δύναμης είναι το όλοι εναντίον ενός». Ως Βία, λοιπόν, θα μπορούσαμε να ορίσουμε κάθε προσπάθεια μιας μειοψηφίας να επιβληθεί στην πλειοψηφία. Αντίστοιχα, ως Δύναμη την εξουσία που πηγάζει από μια πλειοψηφία, δηλαδή τη δυνατότητα των πολλών να επιτύχουν την επικράτηση των συμφερόντων τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, το πέταγμα μιας πέτρας ή μιας μολότοφ από μια μικρή μειοψηφία μπαχαλάκιδων σε μια ειρηνική διαδήλωση είναι πράξη και βίαιη και φασιστική. Πρόκειται για την προσπάθεια μιας μειοψηφίας – στην ακραία περίπτωση ενός ανθρώπου – να επιβληθεί στην ειρηνική μορφή διαδήλωσης την οποία επιθυμεί το σύνολο των διαδηλωτών· είναι νομίζω προφανές ότι αρκεί μια πέτρα ή μια μολότοφ, ώστε μια ειρηνική μορφή διαδήλωσης να πάψει να είναι ειρηνική. Απέναντι σε αυτή τη μορφή Βίας, όπως προφανώς και στο φαινόμενο της τρομοκρατίας, το σύνολο του δημοκρατικού πολιτικού φάσματος είναι αντίθετο. Το θέμα, όμως, είναι ότι τα φαινόμενα Βίας δεν εξαντλούνται στη δράση των κουκουλοφόρων ή των τρομοκρατών, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι κυβερνόντες εξαντλώντας τη συζήτηση περί της Βίας σε αυτά.

Ακραία βίαιη και απολύτως βάρβαρη είναι, επίσης, η προσπάθεια μιας κυβέρνησης να επιβάλει τα συμφέροντα μειοψηφιών – πιστωτών, τραπεζιτών, εργοδοτών – εξαθλιώνοντας έναν ολόκληρο λαό. Ακραίες μορφές Βίας είναι οι πολιτικές των μνημονίων, της λιτότητας, της ανεργίας· «η χειρότερη μορφή Βίας είναι η φτώχεια», είχε πει ο Μαχάτμα Γκάντι. Ακραία μορφή Βίας είναι, επίσης, η καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο βασανισμός. Ακραίες μορφές Βίας είναι οι χρυσαυγίτικες πρακτικές απέναντι στους μετανάστες, στις οποίες κυβέρνηση και ΕΛ.ΑΣ. κλείνουν το μάτι. Ακραία μορφή Βίας είναι η πολιτική επιστράτευση των απεργών που τολμούν να διεκδικούν το συνταγματικό τους δικαίωμα για ζωή με αξιοπρέπεια. Και, βεβαίως, το ερώτημα που εύλογα δημιουργείται και απευθύνεται σε όλους όσους σπεύδουν να εγκαλέσουν την Αριστερά να καταδικάσει τη Βία σε όλες τις τις μορφές, είναι το αν οι ίδιοι καταδικάζουν τις παραπάνω μορφές Βίας, αν οι ίδιοι καταδικάζουν εν τέλει τη βία από όπου κι αν προέρχεται.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, συνεπώς, σε αντίθεση με την κυβέρνηση, καταδικάζει και διακηρυκτικά, αλλά και έμπρακτα τη Βία, γιατί είναι ο υπερασπιστής των δικαιωμάτων της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Και τελικά, – κάνοντας αναφορά στον αρχικό προβληματισμό μερίδας της Αριστεράς και αντιμετωπίζοντάς τον διαχωρίζοντας Βία και Δύναμη – ακόμα και το ενδεχόμενο μιας  διαδικασίας κοινωνικής ανατροπής, που θα έχει τη στήριξη και την ενεργό συμμετοχή της πλειοψηφίας του λαού και η οποία δε θα έχει γίνει από μικρές, αυτοβαπτιζόμενες ως πρωτοπόρες, μειοψηφίες, θα αποτελεί πράξη έκφρασης Δύναμης· βίαιες σε αυτήν την περίπτωση θα είναι οι μειοψηφίες που θα προσπαθήσουν να την καταστείλουν. Άλλωστε, την υποχρέωση – και όχι απλά το δικαίωμα – των πολιτών στην αντίσταση με κάθε μέσο την προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα στην περίπτωση κατάλυσής του. Και όχι, δεν επρόκειτο για έναν ρέπων προς την ανομία συντακτικό νομοθέτη που καλεί σε βίαιες ενέργειες τους πολίτες, αλλά για μια διάταξη που υποχρεώνει τους πολίτες να χρησιμοποιήσουν τη Δύναμή τους σε περίπτωση που μια βίαιη μειοψηφία τους στερήσει το δικαίωμά τους στο Σύνταγμα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: