Άρθρο Δ. Παπαδημούλη στο Παρασκήνιο:«Μην αντιμιλάτε εις την κυβέρνησιν»

papadim_orthiaΟι παλιότεροι αναγνώστες θα θυμούνται την χαρακτηριστική επιγραφή  που προέτρεπε τους επιβάτες των τραμ και των λεωφορείων «να μην ομιλούν εις τον οδηγόν» προκειμένου να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους.

Παρακολουθώντας τις τελευταίες βδομάδες τον διαρκή αυταρχικό κατήφορο της κυβέρνησης,  σκεφτόμουν πόσο θα ταίριαζε μια αντίστοιχη επιγραφή «μην αντιμιλάτε εις την κυβέρνησιν» που θα προέτρεπε όλους τους βουλευτές να κυρώνουν αγόγγυστα τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, τα κόμματα να στηρίζουν αμέριστα την κυβέρνηση και  τους πολίτες να καθεύδουν μακαρίως.

Ευτυχώς, η κοινωνία δεν λειτουργεί ως στρατόπεδο και οι κινήσεις αντιπερισπασμού της κυβέρνησης στις παραδοχές  εκπροσώπων τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και του ΔΝΤ περί αποτυχημένου σχεδιασμού του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας δεν θα πετύχουν.

Έτσι, η επίθεση και η χυδαία προπαγάνδα εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ οξύνεται. Από τη γνωστή θεωρία των «δύο άκρων», παλιά τεχνική των αλήστου μνήμης προδικτατορικών αστικών κομμάτων, περάσαμε στην ευθεία βολή Δένδια. Τα εργαλεία κι εδώ γνωστά. Τα  χρησιμοποιούν διαχρονικά οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις για να αντεπιτεθούν  στη δυσάρεστη αλήθεια της κοινωνικής εξαθλίωσης: παραποίηση δηλώσεων στελεχών, συκοφαντικές επιθέσεις, ασύστολα ψεύδη, χαλκευμένα στοιχεία.

Ακόμη και οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης, παραδοσιακά στο απυρόβλητο της κριτικής των αστικών κομμάτων, δεν ξέφυγαν από το μένος  του υπουργού Δημόσιας Τάξης και του κυβερνητικού εκπροσώπου αφού, σύμφωνα με δηλώσεις των τελευταίων, μερίδα των δικαστών «εθελοτυφλούν» απέναντι στην τρομοκρατική δράση και «δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους». Δεν εννοούσαν βέβαια τη γνωστή περίπτωση της «ζαρντινιέρας», όπου μόνο δύο από τους αστυνομικούς που κατηγορούνταν για τον ξυλοδαρμό του Κύπριου φοιτητή  στην πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου το 2006 στη Θεσσαλονίκη, καταδικάστηκαν σε 2,5 χρόνια φυλάκισης ενώ οι υπόλοιποι έξι αθωώθηκαν.

Αφού απέτυχαν να χρεώσουν στο ΣΥΡΙΖΑ την «πολιτική αυτουργία» σε τρομοκρατικές ενέργειες, κατέφυγαν στην επίδειξη δύναμης και καταστολής απέναντι στους απεργούς στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Η  κυβέρνηση συνόδευσε την απόφαση αυτή με υποδαύλιση του «κοινωνικού αυτοματισμού» και επίκληση της «τήρησης της νομιμότητας», εννοώντας ως τέτοια την πλήρη υποταγή των εργαζομένων στην εφαρμογή των μνημονιακών νόμων.

Επειδή η επίθεση που δέχεται το τελευταίο διάστημα  το δικαίωμα της απεργίας είναι σφοδρότατη, θα ήθελα να θυμίσω ότι η συνταγματική κατοχύρωσή του δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια εύκολη και ειρηνική υπόθεση. Η απεργία αρχικά αντιμετωπίστηκε ως παράνομη παραβίαση της υποχρέωσης παροχής εργασίας και ως ποινικό αδίκημα. Οι απεργοί κυνηγήθηκαν  ανελέητα και  αντιμετωπίστηκαν ως ποινικοί εγκληματίες. Μόνο μετά από δεκαετίες σκληρότατων αγώνων του εργατικού κινήματος, κατοχυρώθηκε τελικά η απεργία ως συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 23, παρ. 2 Συν).

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, το δικαίωμα της απεργίας έχει συρρικνωθεί  από την πρακτική της πολιτικής επιστράτευσης (ή αλλιώς: επίταξη προσωπικών υπηρεσιών) των απεργών από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Για αυτήν προβλέπεται στο άρθρο 22 του Συντάγματος η περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης η αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.

Γίνεται αντιληπτό ότι σε περίοδο ειρήνης, επίταξη προσωπικών υπηρεσιών απεργών μπορεί να γίνει εάν αυτή σκοπεί στην προστασία της δημόσιας υγείας. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Επανειλημμένες φορές, κατά παράβαση του Συντάγματος, επιστρατεύτηκαν απεργοί, των οποίων η απεργία ουδεμία επίπτωση είχε στη δημόσια υγεία.

Βεβαίως σε όλη αυτή την επίθεση κεντρικότατο ρόλο έπαιξε μέρος των ΜΜΕ, τα οποία συστηματικά κατασυκοφάντησαν τις απεργίες, διογκώνοντας απίστευτα τις αρνητικές συνέπειές τους στο υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο.

Να θυμίσω εδώ ότι ο κ. Βενιζέλος που σήμερα ανερυθρίαστα  δηλώνει ότι «η μόνη λύση που απέμεινε ήταν η επίταξη η οποία προβλέπεται από τον νόμο και λειτουργεί εκτονωτικά», το 2006 μαζί με άλλους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ κατέθετε πρόταση νόμου για «την κατάργηση της δυνατότητας πολιτικής επιστράτευσης λόγω απεργίας». Η στάση του βεβαίως δεν μας εκπλήσσει. Εδώ έφτασε να μην μας εκπλήσσει πια η «νομοταγής και υπεύθυνη» ΔΗΜΑΡ των ίσων αποστάσεων που καταδικάζει μεν, στηρίζει δε. Άραγε για τον εργατολόγο υπουργό Δικαιοσύνης η ταλαιπωρία του επιβατικού κοινού υπερτερεί της διασφάλισης του θεσμού των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας;

Με αυτό τον τρόπο απεργοί, διαδηλωτές, πολιτικά κόμματα, σωματεία, κοινωνικές ομάδες ενοχοποιούνται συλλήβδην από την συγκυβέρνηση με τη βοήθεια των ΜΜΕ διότι «ζητούν εξαίρεση από τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται η υπόλοιπη κοινωνία». Όχι ολόκληρη η κοινωνία όμως.

Διότι η συγκυβέρνηση που φτωχοποιεί την κοινωνία, παρακάμπτει τη Βουλή, παραβιάζει το Σύνταγμα, ποινικοποιεί τους συνδικαλιστικούς αγώνες, ενοχοποιεί την διαφορετική άποψη, συκοφαντεί τους πολιτικούς αντιπάλους, συγκαλύπτει τα σκάνδαλα, προστατεύει τους ισχυρούς υποθάλπει τον ραγδαία αναπτυσσόμενο εκφασισμό και δεν έχει καμιά προοπτική να προσφέρει στον τόπο, υποβάλλει σε διαρκείς θυσίες το αδύναμο τμήμα της κοινωνίας.

Στο αποπολιτικοποιημένο μοντέλο δημοκρατίας που προωθεί η κυβέρνηση, οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να ταράσσουν την μόνιμη αισιοδοξία του κ. Στουρνάρα, το συκοφαντικό οχετό του κ. Κεδίκογλου, την εμφυλιοπολεμική διάθεση του κ. Δένδια. Αντιθέτως, παρά την οικονομική τους αφαίμαξη και την ισοπέδωση των δικαιωμάτων τους, πρέπει να συμβάλουν με τη στάση τους στη δημιουργία κλίματος  κοινωνικής ειρήνης και ευφορίας, που θα καθησυχάσει τους τουρίστες που σκέφτονται να επισκεφτούν τη χώρα και θα συνδράμει τον πρωθυπουργό στην προσπάθειά του για προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Το ίδιο αγνώμονες απέναντι στην «εθνική» προσπάθεια για τη σωτηρία της χώρας αποδεικνύονται οι αγρότες, οι εργαζόμενοι σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, οι νοσοκομειακοί γιατροί, οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ.

Φαίνεται ότι η θριαμβολογία της συγκυβέρνησης περί σταθεροποίησης της οικονομίας δεν αγγίζει την κοινωνία.

Ίσως γιατί ανάμεσά μας περίπου 3.900.000 άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Γιατί από το  2010 έως και το 2013 μισθωτοί και συνταξιούχοι θα έχουν χάσει το 50% του εισοδήματός τους.

Γιατί σύμφωνα με μελέτη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ η στατιστική ανεργία από 24% το 2012, θα φτάσει το 29% το 2013 και το 31,5% το 2014.

Γιατί η μείωση των μισθών δεν οδήγησε σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αλλά σε άνοδο της ανεργίας και σε υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας.

Γιατί τα μέτρα ύψους 13,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2013-2014 θα πρέπει να συμπληρωθούν από πρόσθετα μέτρα 4 δισ. ευρώ για τη διετία 2015 – 2016 που θα κληθούν και πάλι να πληρώσουν χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ενώ οι οικονομικά ισχυροί θα απολαμβάνουν προκλητική ασυλία με απαλλαγές, διαγραφές και παραγραφές των φορολογικών τους υποχρεώσεων.

Η στρατηγική της έντασης επιχειρεί ακριβώς να στρέψει το βλέμμα της κοινωνίας μακριά από αυτά τα προβλήματα. Επιχειρεί να τρομοκρατήσει τους πολίτες για να περάσει την πολιτική της σκληρής και μονόπλευρης λιτότητας με τη μικρότερη δυνατή αντίδραση.

Η στρατηγική της έντασης που χρησιμοποιεί η συγκυβέρνηση δεν αφορά  μόνο στην Αριστερά και το ΣΥΡΙΖΑ επειδή είναι ο κρίσιμος αντίπαλός της. Αφορά στη δημοκρατία, τους θεσμούς, τις κατακτήσεις των εργαζομένων για αυτό και πρέπει να καταδικαστεί από όλους τους πολίτες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: