«Έτσι είναι… αν έτσι νομίζετε»… ή μήπως όχι;

Θοδωρής Π. Παπαθεοδώρου
Σε δημόσιες συζητήσεις που γίνονται  τελευταία για τα ζητήματα του Πανεπιστημίου και τον νέο νόμο, πολλοί συνομιλητές επισημαίνουν την αρνητική εικόνα που έχει διαμορφώσει η κοινή γνώμη για τη στάση των Πανεπιστημίων και τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην εφαρμογή της νέας νομοθεσίας. Συχνή επωδός, το ερώτημα: μα πως είναι δυνατόν οι διοικήσεις των Πανεπιστημίων να φέρνουν προσκόμματα στην τήρηση της νομιμότητας και δημόσιοι λειτουργοί όπως οι πανεπιστημιακοί να αντιδρούν απέναντι σε μία μεταρρύθμιση που ψήφισε το ελληνικό κοινοβούλιο; Το ερώτημα είναι εύλογο, αν βέβαια ισχύουν στην πραγματικότητα οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις που το δημιουργούν.

Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι στη σημερινή δοκιμασία που περνάει η ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει η πολυτέλεια της σιωπής απέναντι σε υπαρκτά προβλήματα,  όπως δεν υπάρχουν «ενοχλητικά» ερωτήματα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μία αποχή από το δημόσιο διάλογο ή από τη δημόσια κριτική. Σίγουρα, όμως, δεν ισχύει ως βολική δικαιολογία ο τίτλος του Λ. Πιραντέλο  «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε …»

Η αλήθεια είναι ίσως διαφορετική. Η πλειονότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας και οι διοικήσεις των Πανεπιστημίων είχαν καταθέσει δημόσια τις θέσεις και προτάσεις τους καθώς και την κριτική τους πριν τη ψήφιση του νόμου τον Αύγουστο του 2011 . Ήδη, όμως από την περασμένη χρονιά,  η εικόνα που κατασκευάστηκε και προωθήθηκε στην κοινή γνώμη από πολλούς και διαφορετικούς διαύλους ήταν αυτή  των «κακών διοικήσεων» των Πανεπιστημίων, των «χαμηλών επιδόσεων» των Ιδρυμάτων, των «συντεχνιακών συμφερόντων», και τέλος, των «βολεμένων εχθρών» της μεταρρύθμισης.

Η εικόνα αυτή προβλήθηκε με σημαντική επικοινωνιακή υποστήριξη, σε μία περίοδο κρίσης και υποχώρησης των θεσμών στην Ελλάδα, παρέχοντας «εύπεπτα» υλικά στην κοινή γνώμη, η οποία για τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης βαφτίστηκε «κοινωνία». «Τα Πανεπιστήμια ανήκουν στην κοινωνία και όχι στους Πρυτάνεις! Πρέπει να βγουν από το τέλμα και να κερδίσουν το στοίχημα της ανάπτυξης και της διεθνοποίησης στηριζόμενα  στις υγιείς δυνάμεις τους» ακούσαμε στη Βουλή. Η ουσιαστική αντιπαράθεση, μάλιστα, συνοδευμένη με θέσεις και προτάσεις από την πλευρά της ακαδημαϊκής κοινότητας, παρουσιάσθηκε ως «σύγκρουση για την εξουσία στα Πανεπιστήμια»! Ο πολιτικός και επικοινωνιακός λόγος επικράτησε έναντι του πανεπιστημιακού επιχειρήματος, κάποιες αστοχίες ανήχθησαν εντέχνως σε μείζονα θεσμικά ατοπήματα, οι επιφυλλίδες ορισμένων εφημερίδων άνοιξαν διάπλατα σε ασκούμενους συγγραφείς «πανηγυρικών», και τέλος ο πολίτης και ο γονιός παρέμεινε με την απορία για την ποιότητα του Πανεπιστημίου στο οποίο στέλνει τα παιδιά του να σπουδάσουν….. Το ερώτημα, επομένως, θα ήταν ποιος επωφελείται από αυτή την καταρράκωση της εικόνας των ελληνικών δημόσιων Πανεπιστημίων; Ποιος έχει πολιτικό όφελος από μία σύγκρουση στο πεδίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης; Ποιος επενδύει στην  ανασφάλεια για το μέλλον των σπουδών και των πτυχίων; Τα Πανεπιστήμια, οι πανεπιστημιακοί και ο Έλληνας πολίτης πάντως όχι.

Ο νόμος ψηφίστηκε και εφαρμόζεται κανονικά στα Πανεπιστήμια από την 6η Σεπτεμβρίου του 2011. Η έναρξη εφαρμογής του νόμου σηματοδοτήθηκε από εσωστρέφεια, επιπλέον απαξίωση του  Πανεπιστημίου ως θεσμού, απίσχναση  των οικονομικών δυνατοτήτων και αδυναμία μετάβασης σε ένα δημιουργικό μοντέλο ανάπτυξης της γνώσης και της έρευνας. Χαρακτηρίστηκε επίσης από παλινωδίες, αλληλοσυγκρουόμενες εγκυκλίους, θολές ερμηνείες επηρεασμένες από την προχειρότητα και το άγχος της επείγουσας εφαρμογής, καθώς και από σκοπιμότητες προώθησης «ημετέρων λύσεων» και «διακανονισμών». Συνοδεύτηκε,  τέλος, από τιμωρητικές απειλές και προειδοποιήσεις εκ μέρους του Υπουργείου για τη διακοπή της χρηματοδότησης εκείνων των ΑΕΙ που δεν θα εφάρμοζαν άμεσα το νέο διοικητικό μοντέλο.

Αλήθεια είναι, επίσης, ότι το σύνολο των Πανεπιστημίων προσέφυγαν στο Συμβούλιο Επικρατείας εναντίον συγκεκριμένων κανονιστικών πράξεων που στηρίζονται σε διατάξεις του νόμου. Και τούτο όχι για να αναχαιτίσουν την εφαρμογή του νόμου, αλλά για  να ελέγξουν, ως όφειλαν,  τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων. Ξέρω ότι κάποιοι μίλησαν για «νομικίστικους χειρισμούς», αλλά στην ουσία ήταν μία αναμενόμενη ενέργεια, στο βαθμό που οι σχετικές επιφυλάξεις είχαν διατυπωθεί επισήμως από το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής ήδη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ψήφισης του νόμου.

Αλήθεια είναι, τέλος, ότι η πραγματική καθυστέρηση των διαδικασιών εκλογής των Συμβουλίων οφείλεται αφενός μεν στην παραβίαση ενδιάμεσων προθεσμιών από το Υπουργείο Παιδείας, αφετέρου δε λόγω των καθυστερήσεων στην έκδοση των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων.

Συμπέρασμα: Δεν είναι ίσως έτσι όπως νομίζετε! Καμία Πανεπιστημιακή Διοίκηση δεν αρνήθηκε να εφαρμόσει τον νόμο και αν το είχε κάνει θα όφειλε να είχε παραιτηθεί αμέσως. Το να έχει όμως άποψη, να την καταθέτει, και να μην χειραγωγείται  από οποιαδήποτε εξουσία, αυτό είναι μάλλον θετικό.  Τα υπόλοιπα είναι ένα κακό θέατρο ή χειρότερα μία αιώρηση ανάμεσα σε επικίνδυνα άκρα.

Σημασία έχει τελικά ότι, εκτός, από την κατασκευή μιας αρνητικής, αλλά σε μεγάλο βαθμό πλαστής εικόνας υπάρχει η πραγματική ζωή των Πανεπιστημίων και πρέπει η Πολιτεία να ασχοληθεί επειγόντως με αυτή.

Η φανταστική εικόνα για την οποία μιλάει ο  Πιραντέλο στο έργο του δεν απεικονίζει την πραγματικότητα. Και συνήθως -πάντα κατά τον Πιραντέλο- ο καθρέπτης που δεν αντέχει τη θέα της πραγματικότητας σπάει…

*O Θοδωρής Π. Παπαθεοδώρου είναι Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: